Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Μαθησιακές Δυσκολίες



Οι μαθησιακές δυσκολίες (learning disabilities), είναι ένας ευρύς όρος που περιλαμβάνει ποικίλες διαταραχές οι οποίες επηρεάζουν την πρόσκτηση και τη χρήση ικανοτήτων ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, συλλογισμού ή μαθηματικών ικανοτήτων. Οι διαταραχές αυτές είναι εγγενείς, αποδίδονται σε δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και είναι δυνατόν να παραμείνουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Μπορεί να συνυπάρχουν με καταστάσεις όπως αισθητηριακή βλάβη (στην ακοή ή στην όραση), νοητική υστέρηση, σοβαρή συναισθηματική διαταραχή και με εξωτερικούς παράγοντες (οικογενειακές, κοινωνικές, οικονομικές δυσκολίες και πολιτισμικές διαφορές) αλλά δεν προκαλούνται από αυτές τις καταστάσεις. (National Joint Committee on Learning Disabilities των ΗΠΑ)  

Οι μαθησιακές δυσκολίες διακρίνονται σε γενικές και ειδικές. Οι γενικές συμπίπτουν με τον παραπάνω ορισμό ενώ οι ειδικές ορίζονται ως «ένα σύνολο διαταραχών σε μια ή περισσότερες από τις βασικές ψυχολογικές λειτουργίες σχετικές με την αντίληψη ή χρήση του λόγου, γραπτού ή προφορικού και των βασικών σχολικών δεξιοτήτων». (National Joint Committee on Learning Disabilities των ΗΠΑ)

Οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες περιλαμβάνουν την δυσορθογραφία, δυσαναγνωσία, δυσαριθμησία και δυσλεξία.

«Η δυσλεξία είναι μια πολύπλοκη νευρολογική κατάσταση που είναι ιδιοσυστατική στην προέλευσή της. Τα συμπτώματα μπορεί να επηρεάσουν πολλές περιοχές της μάθησης και της λειτουργίας, και μπορεί να περιγραφεί ως μια συγκεκριμένη δυσκολία στην ανάγνωση, την ορθογραφία και το γραπτό λόγο. Μία ή περισσότερες από αυτές τις περιοχές μπορεί να επηρεαστούν. Η αριθμητική ικανότητα, η δεξιότητα χειρισμού συμβόλων (μουσική), η κινητική λειτουργία και οι οργανωτικές δεξιότητες μπορεί επίσης να εμπλέκονται. Εντούτοις, συνδέεται κυρίως με το χειρισμό του γραπτού λόγου, παρόλο που και ο προφορικός μπορεί να επηρεάζεται σε κάποιο βαθμό» (British Dyslexia Association, 1997). 

Ωστόσο, αυτός ο ενδεικτικός ορισμός της δυσλεξίας δεν είναι ο μοναδικός και η έλλειψη ενός σαφούς και κοινά αποδεχτού ορισμού αντανακλά την πολυπλοκότητά της όσον αφορά την αιτιοπαθογένεια και τη συμπτωματολογία της (Frith, 1999).

Τα άτομα με δυσλεξία είναι φυσιολογικά και λειτουργικά στο μεγαλύτερο κομμάτι της μέρας τους λόγω του μέσου ή ανώτερου νοητικού τους επιπέδου. Επιπρόσθετα, τα παιδιά με δυσλεξία έχουν ομοιότητες με τα υπόλοιπα παιδιά ίδιας ηλικίας σε πολλά αναπτυξιακά στάδια αλλά και στις συναισθηματικές τους ανάγκες. Ωστόσο, διαφέρουν σημαντικά στην ανάγνωση, την ορθογραφία, την επεξεργασία πληροφοριών μέσω συμβολικών αναπαραστάσεων και σε άλλες συμπεριφορές προσανατολισμού και συντονισμού κινήσεων.

Επομένως, είναι σημαντικό να ενισχύονται οι τομείς όπου το κάθε παιδί με δυσλεξία μειονεκτεί ώστε να μπορέσει να συμμετέχει στη σχολική ζωή με ίσους όρους με τους συμμαθητές του και να καταφέρει να αποκτήσει τα κατάλληλα εφόδια για τη ζωή του ως ενήλικας. Αυτή η ενίσχυση μπορεί να γίνει με ποικίλα παρεμβατικά προγράμματα που προωθούν τις πολυ-αισθητηριακές μεθόδους. Μία τέτοια μέθοδος αποτελεί και η χρήση του υπολογιστή με κατάλληλα διαμορφωμένα προγράμματα που ενισχύουν διαφορετικό κάθε φορά κομμάτι μάθησης ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε παιδιού (πχ φωνολογική ενημερότητα, ανάγνωση, ορθογραφία, κατανόηση, μνήμη, αριθμητική). Έχουν σχεδιαστεί πολλά λογισμικά στην αγγλική γλώσσα και τα τελευταία χρόνια γίνεται σοβαρή και αξιόλογη προσπάθεια και για την ελληνική γλώσσα. Υπάρχουν λογισμικά εκπαιδευτικά με στόχο τη διδασκαλία και την εξάσκηση σε κάποιον τομέα και λογισμικά ανίχνευσης με στόχο τον αυτοματοποιημένο εντοπισμό ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget