Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Επικοινωνία





Για ποιο λόγο να είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας;  
Μέσα από παρατήρηση των άλλων γύρω μας και μέσα από προσωπικές εξερευνήσεις, διαπιστώνει κανείς το προφανές:ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. Χρειάζεται να αλληλεπιδρά με τα άλλα άτομα. Από έμβρυα επικοινωνούμε με τους άλλους και πρωτίστως με το πρόσωπο της μητέρας μας. Μετά, με το πρόσωπο του πατέρα και όσο το βρέφος μεγαλώνει, αυξάνονται οι κύκλοι γνωριμιών του.

Μόνο οι μοναχοί ερημίτες επιλέγουν συνειδητά την μοναξιά ως μονοπάτι που θα τους οδηγήσει κοντά στον Θεό. Εμείς οι υπόλοιποι καλούμαστε συνειδητά να σχετιζόμαστε μεταξύ μας. Ναι, κάποιες φορές είναι δύσκολο και δεν υπάρχει το μυστικό μιας επιτυχημένης σχέσης. Τουλάχιστον που να είναι το ίδιο για όλους. Πάντως όσο καλύτερα γνωρίσουμε τον εαυτό μας και αποδεχτούμε τις άσχημες πλευρές του και αναγνωρίσουμε και τις όμορφες πλευρές που ενυπάρχουν σε όλους μας, αν λοιπόν αποκτήσουμε το γνώθι σαυτόν, τότε θα έχουμε κάνει ένα σταθερό βήμα προς τον άλλον.

Είναι προϋπόθεση βέβαια να γνωρίσουμε τα όρια μας, τις δυνατότητές μας, τις ελλείψεις μας. Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Ένας τρόπος είναι η περισυλλογή, η σκέψη κατόπιν προσεχτικής και διακριτικής παρατήρησης του εαυτού μας σε διάφορες περιστάσεις. Για παράδειγμα, τώρα διαβάζετε αυτό το κείμενο. Για παρατηρήστε: πώς το διαβάζετε; Αργά, γρήγορα, προσεχτικά, το κοιτάτε στα γρήγορα και το αφήνετε; Τι σκέψεις σας προκαλεί; Σας αφήνει αδιάφορους;  Σας φαίνεται ενδιαφέρον; Σας κάνει να στραφείτε προς τον εαυτό σας; Να κοιτάτε τα χέρια σας ή να ασχολείστε με κάτι που κρατάτε; Μήπως ο νους σας τώρα κάπου αλλού ταξιδεύει; Κάθε άτομο θα απαντήσει διαφορετικά, γιατί αν και όλοι έχουμε τις ίδιες βασικές ανησυχίες, ωστόσο διαφέρουμε όλοι ως προς τις δυνατότητες που μας έχουν δοθεί, ως προς τον τρόπο και το περιβάλλον που ανατραφήκαμε, τις εμπειρίες που είχαμε και τον τρόπο που σκεφτόμαστε και δρούμε στον κόσμο.

Ένας άλλος τρόπος γνωριμίας με τον εαυτό μας είναι με τις εμπειρίες, την δράση μας πάνω στα πράγματα. Τα έμβρυα δρουν με τις κινήσεις χεριών και ποδιών τους, τα μωρά δρουν με το κλάμα και το χαμόγελό τους, τα παιδιά με τις ερωτήσεις τους και τα παιχνίδια τους και οι ενήλικες με μια μεγάλη ποικιλία τρόπων δράσης. Ακόμα και η σιωπή είναι τρόπος δράσης και μπορεί να σημαίνει διάφορα ανάλογα με την διάρκειά της, το άτομο που σιωπά και το πλαίσιο και τις συνθήκες που υπάρχουν. 

Δράση είναι και μια γκριμάτσα του προσώπου, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, μια χειραψία, ακόμα κι η απόσταση που κρατάμε μεταξύ μας από την πολύ κοντινή (λιγότερο από 45 εκ) που δείχνει οικειότητα, μέχρι την μακρινή- δημόσια απόσταση άνω από 3,60 μέτρα). Όταν βρισκόμαστε σε ένα λεωφορείο όπου υπάρχει συνωστισμός κι είμαστε αναγκαστικά πολύ κοντά, τότε αποφεύγουμε την επαφή με το βλέμμα και κοιτάμε πολύ λιγότερο τον άγνωστο που έχουμε κοντά μας.

Δύο άτομα στα οποία υπάρχει οικειότητα και που έχουν ο ένας διαλέξει τον άλλο αμοιβαία (είτε είναι φίλοι είτε ζευγάρι) υπάρχει μια ομοιότητα αλλά και μια συμπληρωματικότητα. Έχουν δηλαδή ίδια ενδιαφέροντα, προτιμήσεις, απόψεις και τρόπους επικοινωνίας. Αλλά αναζητούν και στοιχεία διαφορετικά. Δεν ψάχνουμε στον άλλο ακριβώς τον εαυτό μας ούτε ακριβώς τον άλλο όπως αυτός βλέπει τον εαυτό του, αλλά θέλουμε το ιδεώδες του εαυτού μας, αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Και το τι θα ήθελε ο καθένας, εξαρτάται από τις αξίες τις δικές του και της κοινωνίας του. Δύο άτομα που έχει ο ένας επιλέξει τον άλλον, θα φροντίσουν να καλλιεργήσουν τους τομείς ομοιότητας  και να παραμελήσουν τους τομείς διαφοράς τους, αν βέβαια αυτοί δεν αφορούν σημαντικά θέματα, όπως θρησκεία, ιδεολογία, κουλτούρα, βασικές πεποιθήσεις.  Κλασσικές έρευνες(Girard,1964, Maissonneuve&Lamy,1993) έδειξαν εξάλλου ότι επιλέγουμε σύντροφο και φίλο από το ίδιο κοινωνικό στρώμα.

Η πιο φανερή δράση με τους γύρω μας είναι ο λόγος. Ο τόνος της φωνής μας, η ένταση και η ταχύτητα με την οποία μιλάμε ή το ύφος μας-σοβαρό, αστείο, ειρωνικό- όλα δείχνουν κάποιες πτυχές του εαυτού μας ή τουλάχιστον δείχνουν τι διάθεση έχουμε εκείνη τη στιγμή που μιλάμε. Έχουμε το χάρισμα του λόγου και της σκέψης. Ο λόγος αποτελεί μια γέφυρα εσωτερικού κι εξωτερικού κόσμου. Με  την φωνή και τη γλώσσα του σώματός μας μεταδίδουμε στους άλλους συναισθήματα, σκέψεις, συγκινήσεις αλλά και συγκρούσεις. Ο καθένας μας έρχεται σε επαφή με άλλους κι εκφράζει τον εσωτερικό του εαυτό με στόχο να ανακαλύψει τον ίδιο του τον εαυτό. Από την επικοινωνία μας με τους άλλους δομείται και γίνεται κατανοητός ο εαυτός μας και σε μας τους ίδιους. 

Υπάρχει σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια κι ο φόβος αποκάλυψης στοιχείων του εαυτού μας. Όταν για παράδειγμα δίνουμε εξετάσεις ή συνέντευξη για δουλειά και θέλουμε να κρύψουμε το τρακ μας. Ή όταν πρέπει να μιλήσουμε σε άτομα που δεν συμπαθούμε. Ή όταν σε μια συζήτηση διστάζουμε να πούμε κάτι γιατί δεν ξέρουμε πώς θα το εκλάβει ο συνομιλητής μας. Είναι σαν να υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων που μας ωθούν στην έκφραση-επιθυμιών, κινήτρων, οφελών- και των δυνάμεων που καταπιέζουν κι ελέγχουν αυτή την έκφραση-αναστολές, ενδοιασμοί, λογοκρισία-. Το κάθε άτομο ανάλογα με την ταυτότητά του, τις σκέψεις του για τους γύρω του και το πλαίσιο στο οποίο κινείται, επιλέγει έναν συμβιβασμό αυτών των δύο δυνάμεων. Όσο καλός συμβιβασμός κι αν είναι όμως, μπορεί να διαφύγουν κάποιες όψεις του εσωτερικού μας εαυτού -αισθήματα, βιώματα, σκέψεις, φαντασιώσεις- μέσα από ενδείξεις όπως το κοκκίνισμα, το χαμήλωμα του βλέμματος, κι άλλα μη λεκτικά και λεκτικά στοιχεία όπως η παραδρομή της γλώσσας, όπου ξεκινάμε να πούμε μια λέξη και χωρίς να το καταλάβουμε λέμε κάποια άλλη-άσχετη με την πρόταση μεν αλλά σχετική με κάποια ασυνείδητη σκέψη μας. 

Ενδιαφέρον έχει να δούμε τον ρόλο της συζήτησης. Σε μια κοινωνική συνάντηση ατόμων ένας τρόπος ένταξής τους σε αυτή είναι να μιλήσουνε μεταξύ τους. Εάν συμμετέχουν όλοι αυθόρμητα στη συζήτηση, τότε δημιουργείται μια πραγματικότητα την οποία μοιράζονται κι οι άλλοι.  Αν όμως είναι παρόντες και σιωπηλοί συνεχώς, κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν αγενείς. Αν οι συμμετέχοντες δεν δείχνουν ενδιαφέρον, πλήττουν, αποσπάται η προσοχή τους ή αναδιπλώνονται στον εαυτό τους, τότε αποδιοργανώνεται η κοινωνική αυτή συνάντηση και τα άτομα μη μοιραζόμενα μια κοινή πραγματικότητα, νιώθουν λιγότερο «πραγματικοί» και «φυσιολογικοί». Η δράση λοιπόν κι από τις δυο πλευρές είναι σημαντικό κομμάτι της επικοινωνίας. Χρειάζεται η ανταλλαγή κι η αμοιβαιότητα για να θεωρηθεί επιτυχής η επικοινωνία.

     

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget