Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Παραμύθι

Ο Μαυρούλης και το δάσος μπαμπού
(από Μαρία Καλαϊτζάκη)*

Σε ένα μακρινό δάσος από μπαμπού στην Κίνα, ζούσε ένα μικρό χαριτωμένο πάντα. Το πάντα αυτό το έλεγαν Μαυρούλη, γιατί είχε μαύρα κατάμαυρα μάτια και αυτιά μαύρα σαν το κάρβουνο και αυτά.
Ο Μαυρούλης ήταν πολύ αγαπητός στα άλλα ζωάκια του δάσους γιατί τα βοηθούσε όποτε χρειαζόταν. Τα ζώα του δάσους κάθε πρωί με την ανατολή του ήλιου καλημερίζονταν, μετά έψαχναν για τροφή και το μεσημέρι στις φωλίτσες τους έτρωγαν κι έπαιρναν έναν υπνάκο.
Ένα απόγευμα όμως, τον ύπνο τους διατάραξε ένας επίμονος, ενοχλητικός χτύπος που συνεχιζόταν επί δύο ώρες. Το μικρό μας πάντα που μέχρι πριν λίγο κοιμόταν του καλού καιρού, ανασήκωσε αργά τη μουσούδα του. «Μα τι γίνεται εδώ πέρα;», αναρωτήθηκε νυσταγμένο και βγήκε από τη φωλιά του. Βλέποντας τα άλλα ζωάκια σε αναμπουμπούλα, αποφάσισε να σκαρφαλώσει σε ένα θεόρατο μπαμπού 40 μέτρα ύψους, και κοίταξε τριγύρω του…
Εκεί αρκετά μέτρα προς τα δεξιά του, βλέπει δυο τρεις ανθρώπους με φόρμες εργασίας –υλοτόμοι, δηλαδή δολοφόνοι για τον Μαυρούλη-, οι οποίοι έκοβαν ένα δέντρο για να προστεθεί στο σωρό με καμιά δεκαριά ήδη κομμένα μπαμπού.
«Πω πώ, συμφορά που μας βρήκε!», αναφώνησε ο Μαυρούλης μας. «θα πάω αμέσως στον Γέρο-Πάντα που η σοφία του ξεπερνάει τη σοφία όλων των ζώων μαζί. Αυτός θα ξέρει πώς να σώσουμε το δάσος μας».
Μια και δυο, ο Μαυρούλης έφτασε έξω από τη σπηλιά όπου ζούσε μόνος του ο Γέρο-Πάντα. Του είπε τον προβληματισμό του και ο Γέρο-Πάντα όσο σκεφτόταν, χάιδευε το άκρο από το μπαστούνι του που ήταν φτιαγμένο από ασήμι αργά σαν να τελούσε ιεροτελεστία. Το βλέμμα του αφηρημένο και η φωνή του βαθιά: «Μαυρούλη, όλη μας η ζωή είναι αυτά τα ευλογημένα μπαμπού αλλά οι άνθρωποι αδιαφορούν για την επιβίωσή μας. Θέλουν μόνο να φτιάχνουν έπιπλα, πλοία, χαρτιά… Αν πάμε να τους σταματήσουμε, θα μας σκοτώσουν…», είπε δακρύζοντας. «Δεν μπορεί, αντιστάθηκε ο Μαυρούλης, κάποια λύση θα υπάρχει», κι έφυγε γρήγορα.
Έφτασε κοντά στους ανθρώπους και πήγε και γαντζώθηκε με τα νύχια του στο καλάμι που ετοιμάζονταν να κόψουν. Οι υλοτόμοι είχαν αρχίσει να εκνευρίζονται με το μικρό, επίμονο πάντα, όταν εμφανίστηκε από το πουθενά ο Γέρο-Πάντα. Ο πάνσοφος γέρος ήξερε τη γλώσσα των ανθρώπων κι αποφάσισε να ανταλλάξει το ασημένιο του μπαστούνι με την ακεραιότητα του υπόλοιπου δάσους. Ο αρχηγός των υλοτόμων κοίταξε με οίκτο το γέρικο πάντα, ωστόσο μόλις το μάτι του έπεσε στο ασημένιο χερούλι του μπαστουνιού, έβγαλε μια κραυγή έκπληξης. «Μα τα χίλια μπαμπού, αυτό το μπαστούνι ανήκει από αρχαιοτάτων χρόνων στην οικογένειά μου, να, φέρει το οικόσημό μας», αναφώνησε δείχνοντας το μπαστούνι στους άλλους. «Εντάξει, τυχερά πάντα, δεν θα ξανακόψουμε τα μπαμπού σας».
Τα ζωάκια όλα χοροπηδούσαν από τη χαρά τους και αγκάλιαζαν τον σοφό Γέρο-Πάντα και τον Μαυρούλη. Πλέον, απολαμβάνουν τα πρωινά και τα δειλινά στο δάσος χωρίς φόβο για το μέλλον τους! 
Μαρία Καλαϊτζάκη, *(γράφτηκε για το texnistories.blogspot.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget